ΟΜΙΛΙΑ ΑΡΙΣΤΟΥ ΔΑΜΙΑΝΟΥ, ΜΕΛΟΥΣ ΠΟΛΙΤΙΚΟΥ ΓΡΑΦΕΙΟΥ

ΑΚΕΛ, ΒΟΥΛΕΥΤΗ, ΣΕ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΗ ΤΟΥ ΑΚΕΛ ΛΕΜΕΣΟΥ

ΠΕΟ ΛΕΜΕΣΟΥ 8 ΣΕΠ. 2026

 

 

Η σημερινή μας συγκέντρωση, όπως και άλλες που πραγματοποιούμε αυτές τις μέρες, γίνονται σε μια περίοδο κατά την οποία η Κύπρος βρίσκεται μπροστά σε σημαντικές προκλήσεις, αλλά και σε κρίσιμες επιλογές. Και βέβαια σε μια παρατεταμένη περίοδο κοινωνικών και πολιτικών αδιεξόδων και ελλειμμάτων. Επομένως δεν είναι μια περίοδος που προσφέρεται για εύκολες διαπιστώσεις ή για συνθήματα. Κάτι στο οποίο είναι εθισμένη η παρούσα κυβέρνηση.

 

Είναι μια περίοδος που απαιτεί σοβαρότητα, υπευθυνότητα, καθαρό πολιτικό σχεδιασμό και, πάνω απ’ όλα, καθαρή αντίληψη για το τι χώρα θέλουμε να οικοδομήσουμε.

 

Η Κύπρος βρίσκεται αντιμέτωπη με μια δύσκολη κοινωνικοοικονομική πραγματικότητα, με σοβαρές εκκρεμότητες στο ενεργειακό, με προβλήματα θεσμικής αξιοπιστίας και διαφθοράς και, πάνω απ’ όλα, με το διαχρονική μεγάλη εκκρεμότητα στο Κυπριακό.

 

Και όλα αυτά διαπλέκονται και δημιουργούν μια εικόνα απαισιοδοξίας, θυμού και απογοήτευσης. Διότι συνδέονται με το λανθασμένο μοντέλο ανάπτυξης που επιλέγει η Δεξιά, με τον τρόπο που λειτουργεί το κράτος, με την ποιότητα της δημοκρατίας μας, με τη θέση της Κύπρου στην Ευρώπη και στην περιοχή και, τελικά, με το αν μπορούμε να προσφέρουμε στις επόμενες γενιές μια πατρίδα ασφαλή, ειρηνική, κοινωνικά δίκαιη και οικονομικά βιώσιμη. Και εδώ ακριβώς είναι που καλείται το ΑΚΕΛ, όλες και όλοι εμείς και δεκάδες χιλιάδες εκεί έξω, να ηγηθούμε της μεγάλης προσπάθειας για προοδευτική αλλαγή. Να ηγηθούμε της προσπάθειας για να ενώσουμε δυνάμεις σε ένα μεγάλο κοινωνικό ρεύμα που θα φέρει την προοδευτική αλλαγή στον τόπο. Γιατί 15 χρόνια αντιλαϊκών και αδιέξοδων πολιτικών είναι πολλά. Γιατί η Κύπρος πρέπει να γυρίσει σελίδα.

 

Πιστεύω ότι σήμερα υπάρχει ένα βασικό ερώτημα που πρέπει να απαντήσουμε με ειλικρίνεια:

 

Ποια είναι η κατεύθυνση της χώρας; Και ποια πρέπει να είναι η κατεύθυνση της χώρας.

 

Γιατί μια κυβέρνηση δεν αξιολογείται μόνο από το ύψος των δημοσιονομικών πλεονασμάτων ή από τους ρυθμούς ανάπτυξης. Αξιολογείται από το κατά πόσο η οικονομική ανάπτυξη βελτιώνει τη ζωή της κοινωνικής πλειοψηφίας. Αξιολογείται από το κατά πόσο το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά τα προβλήματα. Αξιολογείται από το κατά πόσο οι πολίτες αισθάνονται ότι υπάρχει δικαιοσύνη, αξιοκρατία και ισονομία. Αξιολογείται από το κατά πόσο οι νέοι άνθρωποι μπορούν να δημιουργήσουν τη ζωή τους στην Κύπρο. Και αξιολογείται, βεβαίως, από το κατά πόσο η κοινότητά μας έχει στρατηγική και αξιοπιστία στο Κυπριακό.

 

Η δική μας θέση είναι ότι η σημερινή κυβέρνηση καταγράφει θετικά νούμερα σε ορισμένους μακροοικονομικούς δείκτες, κυρίως λόγω συγκυριών και λιγότερο λόγω στρατηγικών επιλογών και δικών της πολιτικών, αλλά δεν έχει καταφέρει να μετατρέψει αυτή τη σχετική οικονομική ανάπτυξη σε ένα βιώσιμο οικονομικό μοντέλο ανάπτυξης και προοπτικής για την κοινωνία.

 

Και αυτό είναι μια ουσιαστική πολιτική διαφορά μας με τα συστημικά κόμματα και ασφαλώς με την κυβέρνηση.

 

Γιατί οικονομία δεν είναι μόνο οι αριθμοί. Είναι ο μισθός, είναι η σύνταξη, είναι το ενοίκιο, είναι η δόση του δανείου, είναι ο λογαριασμός του ηλεκτρισμού, είναι η δυνατότητα ενός νέου ανθρώπου να δημιουργήσει οικογένεια και να αποκτήσει στέγη. Είναι η δυνατότητα μιας μικρής, οικογενειακής  επιχείρησης να παραμείνει βιώσιμη.

 

Η ακρίβεια εξακολουθεί να αποτελεί πραγματικότητα για χιλιάδες οικογένειες. Και η αύξηση του πληθωρισμού, μαζί με τις πιέσεις στο κόστος της ενέργειας και των βασικών αγαθών, δείχνει ότι δεν μπορούμε να αντιμετωπίζουμε το ζήτημα με σπασμωδικές ενέργειες.

 

Η θέση μας είναι ότι χρειάζεται διαφορετική οικονομική πολιτική. Μια πολιτική που να αντιμετωπίζει όχι μόνο τις συνέπειες αλλά και τις αιτίες.

 

Η ενέργεια και το κόστος του ηλεκτρισμού είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα.

 

Η Κύπρος παραμένει μια ενεργειακά απομονωμένη χώρα, με υψηλό κόστος ηλεκτρισμού και με ένα ενεργειακό σύστημα που χρειάζεται βαθιές διαρθρωτικές αλλαγές. Το ΑΚΕΛ είναι πολύ συγκεκριμένο. Η ενεργειακή μετάβαση δεν μπορεί να είναι απλώς ένας κατάλογος έργων που εξαγγέλλονται αλλά δεν ολοκληρώνονται. Πρέπει να μεταφράζεται σε χαμηλότερο κόστος για την κοινωνία. Και χρειάζεται πολιτική που να προστατεύει τον καταναλωτή. Η κυβέρνηση Χριστοδουλίδη, όπως και η κυβέρνηση του μέντορα του νυν Προέδρου, εκείνη του Νίκου Αναστασιάδη, δεν έχει ούτε το όραμα, ούτε την κοινωνική ευαισθησία, ούτε τα πολιτικά αντανακλαστικά για να εφαρμόσει ένα στρατηγικό σχεδιασμό για την ενέργεια.

 

Γιατί δεν μπορεί να ζητούμε, λχ. από την κοινωνία να στηρίξει την πράσινη μετάβαση, χωρίς να διασφαλίζουμε ότι το όφελος αυτής της μετάβασης θα επιστρέφει στην κοινωνία. Το ζήτημα δε του ηλεκτρισμού είναι ακριβώς ένα παράδειγμα της ανάγκης για μακροπρόθεσμο σχεδιασμό. Η Κύπρος δεν μπορεί να κυβερνάται με μέτρα που σχεδιάζονται όταν ήδη έχει εκδηλωθεί η κρίση. Χρειάζεται ενεργειακή στρατηγική σε βάθος χρόνου. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και η συζήτηση για τον Great Sea Interconnector, τον GSI, που με δική μας πρωτοβουλία συζητήσαμε ξανά σήμερα στη Βουλή.

 

Θέλω να υπογραμμίσω ξανά τη θέση του ΑΚΕΛ. Η συζήτηση για τη διασύνδεση της Κύπρου με το ευρωπαϊκό ηλεκτρικό σύστημα είναι στρατηγικής σημασίας. Ακριβώς γι’ αυτό δεν μπορεί να τυγχάνει πρόχειρων ή αντιφατικών κυβερνητικών χειρισμών. Το ερώτημα δεν είναι εάν κάποιος είναι υπέρ ή εναντίον της διασύνδεσης. Το ερώτημα είναι εάν το συγκεκριμένο έργο, με το συγκεκριμένο κόστος, τη συγκεκριμένη χρηματοδοτική δομή, τους συγκεκριμένους κινδύνους και τις συγκεκριμένες δεσμεύσεις του Δημοσίου, υπηρετεί πράγματι το δημόσιο συμφέρον.

 

Και για να απαντηθεί αυτό, χρειάζονται στοιχεία. Το ΑΚΕΛ έχει ζητήσει συγκεκριμένες απαντήσεις για τη βιωσιμότητα του έργου, το χρηματοδοτικό μοντέλο και τις υποχρεώσεις του κράτους. Σε μεγάλα δημόσια έργα, η κυβέρνηση δεν μπορεί να ζητά εμπιστοσύνη χωρίς τεκμηρίωση. Πόσω δε μάλλον όταν δημόσια, ο ίδιος ο Υπουργός Οικονομικών, εκφράζει επιφυλάξεις.

 

Συντρόφισσες – σύντροφοι,

 

Για πολλά χρόνια η διαδικασία των διαπραγματεύσεων παρέμενε ουσιαστικά παγωμένη. Η αποτυχία του Κραν Μοντανά άφησε πίσω της ένα μεγάλο πολιτικό κενό. Ακολούθησε μια περίοδος στασιμότητας, κατά την οποία η απουσία ουσιαστικού διαλόγου δημιούργησε νέα τετελεσμένα και ενίσχυσε την αμοιβαία καχυποψία. Ταυτόχρονα, η κατάσταση επί του εδάφους δεν παρέμεινε στατική. Η πάροδος του χρόνου δεν είναι ουδέτερη. Κάθε χρόνος χωρίς λύση δημιουργεί νέες δυσκολίες για τη λύση. Και -κακά τα ψέματα- κάθε νέα γενιά που μεγαλώνει χωρίς να γνωρίζει πραγματικά την άλλη κοινότητα δυσκολεύει την επανένωση. Και κάθε νέο τετελεσμένο καθιστά πιο δύσκολη την επιστροφή στη συμφωνημένη βάση λύσης, που πρέπει να είναι ο στόχος.

 

Γι’ αυτό το ΑΚΕΛ επιμένει ότι η αδράνεια δεν είναι επιλογή. Η επικείμενη συνάντηση των δύο ηγετών και οι επαφές των διαπραγματευτών δημιουργούν μια δυνατότητα επανενεργοποίησης της διαδικασίας. Δεν πρέπει όμως να έχουμε αυταπάτες. Η επανέναρξη του διαλόγου δεν σημαίνει αυτομάτως και επιστροφή σε ουσιαστικές διαπραγματεύσεις. Υπάρχει μεγάλη απόσταση να διανυθεί. Υπάρχει συσσωρευμένη δυσπιστία. Υπάρχουν διαφορετικές αντιλήψεις για τη βάση της λύσης. Υπάρχουν διαφωνίες για την πολιτική ισότητα, την ασφάλεια, τις εγγυήσεις, τη διακυβέρνηση.

 

Υπάρχει, επίσης, ένα διεθνές περιβάλλον που έχει αλλάξει δραματικά. Ακριβώς γι’ αυτό δεν αρκεί να λέμε ότι θέλουμε επανέναρξη των συνομιλιών. Πρέπει να δημιουργήσουμε τις πολιτικές προϋποθέσεις για να μπορέσουν αυτές οι συνομιλίες να οδηγήσουν κάπου.

 

Για εμάς η απάντηση δεν μπορεί να είναι άλλη από την προσήλωση στη συμφωνημένη βάση λύσης. Δικοινοτική, διζωνική ομοσπονδία, με πολιτική ισότητα, όπως αυτή περιγράφεται στα σχετικά ψηφίσματα των Ηνωμένων Εθνών. Αυτό δεν αποτελεί απλώς μια ιστορική θέση του ΑΚΕΛ. Αποτελεί το πλαίσιο πάνω στο οποίο οικοδομήθηκε διαχρονικά η σύγκλιση μεταξύ των δύο κοινοτήτων και η διεθνής προσπάθεια επίλυσης του Κυπριακού.

 

Αν εγκαταλείψουμε αυτή τη βάση, δεν οδηγούμαστε σε καλύτερη λύση. Οδηγούμαστε σε οριστικοποίηση της διχοτόμησης. Κάτι που οι διχοτομιστές αλλά και όσοι βολεύονται με την εκκρεμότητα γνωρίζουν πολύ καλά.

 

Γι’ αυτό χρειάζεται συνέπεια. Χρειάζεται πολιτική αξιοπιστία. Και χρειάζεται να αποφεύγουμε τόσο τις υπερβολικές προσδοκίες όσο και τον μηδενισμό. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να έχουμε το θάρρος να κοιτάζουμε και τη δική μας πλευρά. Δεν είναι πολιτικά υπεύθυνο συντρόφισσες και σύντροφοι να παρουσιάζουμε την επίλυση του Κυπριακού ως κάτι που εξαρτάται αποκλειστικά από την άλλη πλευρά. Η Τουρκία έχει ασφαλώς τεράστια ευθύνη. Η τουρκική κατοχή και η συνεχιζόμενη παρουσία του τουρκικού στρατού αποτελούν την ουσία του προβλήματος.

 

Όμως η δική μας πλευρά πρέπει να γνωρίζει τι θέλει, τι διεκδικεί και κυρίως πώς θα φτάσει εκεί. Χρειαζόμαστε μια πολιτική που να επενδύει στην προοπτική της επανένωσης, όχι απλώς στη διαχείριση της διχοτόμησης.

 

Υπάρχει ακόμη κάτι που θεωρούμε ως ιδιαίτερα σημαντικό. Ασφαλώς το κυπριακό είναι πρωτίστως ζήτημα εισβολής, κατοχής, ξένων επεμβάσεων και παραβίασης του διεθνούς δικαίου. Όμως το Κυπριακό είναι και ζήτημα κοινωνίας. Είναι ζήτημα του πώς θα ζήσουν οι άνθρωποι σε μια επανενωμένη Κύπρο. Είναι ζήτημα αποκατάστασης των σχέσεων των δύο κοινοτήτων. Είναι θέμα πολιτικής επαναπροσέγγισης. Ένα προνομιακό, αν όχι αποκλειστικό πεδίο για την Αριστερά και το ΑΚΕΛ.

 

Είναι μέσα σε αυτό το σύνθετο κοινωνικό και πολιτικό περιβάλλον, συντρόφισσες και σύντροφοι, που μέσα στους επόμενους μήνες θα ξεκινήσει η διαδικασία για επιλογή υποψήφιου Προέδρου της Δημοκρατίας. Γνωρίζετε πως η νέα συλλογική ηγεσία του Κόμματος έχει εκτιμήσει ότι οφείλουμε έγκαιρα να είμαστε έτοιμοι, όπως έγκαιρα ριχτήκαμε στη μάχη των Βουλευτικών και βγήκαμε κερδισμένοι.

 

Λέγονται και γράφονται διάφορα για εμάς χωρίς εμάς. Για ειλημμένες αποφάσεις τάχατες, για προτιμήσεις και άλλα φαντασιακά. Η αλήθεια είναι μία. Τις επιλογές του ΑΚΕΛ θα τις κάνουμε εμείς. Τις αποφάσεις του ΑΚΕΛ θα τις λάβουμε εμείς. Χωρίς προαποκλεισμούς και χωρίς προαποφάσεις. Με ένα κεντρικό στόχο. Να καταλήξουμε σε μια προσωπικότητα, η οποία να μπορεί να κτίσει, στη βάση πολιτικών συγκλίσεων, μια προοδευτική κοινωνική πλειοψηφία και να κερδίσει τις προεδρικές εκλογές. Θα πάμε στις εκλογές για να κερδίσουμε. Και υπάρχουν όλα τα δεδομένα -ναι- για να κερδίσουμε. Για να κερδίσει ο λαός μας. Για να ανασάνουν οι εργαζόμενοι.

 

Γι’ αυτό, φίλες και φίλοι, δεν πρέπει να αντιμετωπίζουμε το 2028 απλώς ως μια εκλογική χρονιά. Πρέπει να το αντιμετωπίζουμε ως ορίζοντα πολιτικής προετοιμασίας. Μέχρι τότε πρέπει να έχουμε πείσει την κοινωνία όχι μόνο ότι η σημερινή κυβέρνηση έχει αποτύχει σε σημαντικούς τομείς, που έχει αποτύχει.

 

Πρέπει να την έχουμε πείσει ότι εμείς μπορούμε να κυβερνήσουμε καλύτερα και δικαιότερα. Με προοδευτικές θέσεις, αλλά και με ρεαλισμό. Με σαφή πολιτική ταυτότητα, αλλά και με την ικανότητα να συνομιλούμε με ολόκληρη την κοινωνία. Αυτό είναι το μεγάλο στοίχημα. Να μην περιοριστούμε στην υπεράσπιση όσων ήδη μας στηρίζουν. Να απευθυνθούμε και σε εκείνους που απομακρύνθηκαν. Σε εκείνους που απογοητεύτηκαν από την πολιτική. Σε νέους ανθρώπους που δεν αισθάνονται ότι τα ιστορικά κόμματα μιλούν στη δική τους γλώσσα. Εξάλλου, εμείς, στα 100 χρόνια τιμημένης προσφοράς και δράσης παραμένουμε δυνατοί και πανέτοιμοι για τις μεγάλες μάχες που έρχονται.

 

Αυτήν τη μάχη, συντρόφισσες και σύντροφοι, θα την δώσουμε μαζί. Συλλογικά, δυναμικά, αποφασιστικά. Μα προπαντός με αυτοπεποίθηση και περηφάνια. Γιατί τα τιμημένα 100 χρόνια του ΚΚΚ-ΑΚΕΛ, που θα τιμήσουμε και αύριο μπροστά από τα Γραφεία της Κεντρικής Επιτροπής του Κόμματος, είναι η παρακαταθήκη μα και η εγγύηση για τα επόμενα 100.

 

Καλούς μας αγώνες!